Σίφνος - Θησαυρός πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς

Σίφνος - Θησαυρός πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς


Η Σίφνος ανήκει στο σύμπλεγμα των δυτικών Κυκλάδων. Η έκτασή της είναι 74 τ.χλμ. και απέχει από τον Πειραιά 75 μίλια. Οι 2.000 περίπου μόνιμοι κάτοικοί της ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, κυρίως όμως με την αγγειοπλαστική, την εμπορική ναυτιλία και τον τουρισμό. Η Σίφνος σήμερα είναι γνωστή κυρίως ως τόπος παραθερισμού για το εξαίρετο φυσικό της κάλλος, την πνευματικότητα, την φιλοξενία και ευγένεια των κατοίκων της, τους 57 αρχαίους πύργους, τους κάτασπρους παραδοσιακούς οικισμούς της, τις πολυάριθμες και γραφικές εκκλησίες της με τα αντίστοιχα παραδοσιακά πανηγύρια τους, τα ιστορικά μοναστήρια της, τους περιστεριώνες της και τις πολυσύχναστες ή κρυφές παραλίες της. Παράλληλα, αξιόλογη είναι η συμβολή των Σιφνίων στις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Έχει γραφεί χαρακτηριστικά ότι «αν στην αρχαιότητα ο πλούτος της Σίφνου μετριόταν σε χρυσό και άργυρο, τους δύο τελευταίους αιώνες μετριέται σε πνευματικό πλούτο». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι είναι πατρίδα των ποιητών Αριστομένη Προβελέγγιου, Αντώνη Πρόκου, Στέλιου Σπεράντσα κ.ά. Τέλος, η Σίφνος μένει πιστή στις παραδόσεις και διατηρεί τα έθιμά της, όπως του πανηγυρά, του χορού του κυρ-Βοριά, του λωλοπανήγυρου κ.λπ.

Το νησί κατοικήθηκε ήδη από τους Προϊστορικούς χρόνους και κατά την αρχαιότητα υπήρξε ένα από τα πλουσιότερα νησιά των Κυκλάδων, κυρίως χάρη στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου που διέθετε. Πασίγνωστος είναι άλλωστε και ο «Θησαυρός των Σιφνίων» στους Δελφούς, αφιέρωμα στον Απόλλωνα κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή που το νησί γνώρισε την μέγιστη ανάπτυξή του. Η αρχαία πόλη της Σίφνου εντοπίζεται στην περιοχή της ακρόπολης του Κάστρου, η οποία κατοικήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, ενώ κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο ιδρύθηκε και η ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα. Γύρω στο 1.000 π.Χ. Ίωνες από την Αττική έφθασαν στο νησί, το οποίο αργότερα αποτέλεσε μέλος της Α’ και Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας- Το νησί γνώρισε πολλούς κατακτητές πριν πέσει τελικά στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι παρ’ όλα αυτά δεν το εμπόδισαν να γνωρίσει μία από τις λαμπρότερες περιόδους οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης. Οι Σίφνιοι συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στον Αγώνα για την απελευθέρωση του 1821.

Μια σύντομη περιήγηση στο νησί θα μας γνωρίσει τα γραφικά χωριά του. Οι Καμάρες είναι το μεγαλύτερο παράλιο χωριό και το λιμάνι του νησιού, από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Αριστερά του εισερχόμενου στο λιμάνι και στις κορυφές των ομώνυμων βουνών, βρίσκονται τα μοναστήρια του Προφήτη Ηλία του Τρουλλακιού και του Αγίου Συμεών. Κάτω χαμηλά, στα ριζά είναι η αναπτυσσόμενη συνοικία της Αγίας Μαρίνας ή η Πέρα Πάντα, ενώ στην απέναντι πλευρά βρίσκεται ο κεντρικός οικισμός, με τα κάθε είδους καταστήματα, τις ταβερνούλες και τα μπαράκια, που κυριολεκτικά βρέχονται από το κύμα. Τα αρμυρίκια της αμμουδερής παραλίας αποτελούν όαση δροσιάς για τους πολυπληθείς λουσμένους, που επιλέγουν τις Καμάρες εντυπωσιασμένοι από το επιβλητικό τοπίο και τη γοητεία των κατάλευκων σπιτιών.

Η Απολλωνία ή Σταυρί, είναι η πρωτεύουσα της Σίφνου από το 1836, έδρα της ομώνυμης Κοινότητας από το 1914 και του Δήμου Σίφνου από τον Οκτώβριο του 1998. Κατέχει το κέντρο της Σίφνου και είναι χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε τρεις λόφους. Την ταυτότητα της πανέμορφης κυκλαδίτικης πολιτειολογίας, που οφείλει τ’ όνομά της στο θεό Απόλλωνα, σφραγίζουν τα στενά, πλακόστρωτα δρομάκια της -με διασημότερο όλων το κεντρικό Στενό με τα δεκάδες μαγαζάκια-, οι γαλάζιοι τρούλοι των εκκλησιών, η ολόλευκη κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, που έρχεται σε αρμονική αντίθεση με τις ξερολιθιές των γύρω από την πόλη περιοχών. Η Καταβατή βρίσκεται νοτιότερα και ψηλότερα από την Απολλωνία, ενώ με το χωριό Εξάμπελα, που βρίσκεται Ν.Α. της Απολλωνίας, τελειώνει η αλυσίδα των κεντρικών οικισμών της Σίφνου. Είναι το χωριό του Νικολάου Τσελεμεντέ, του μεγάλου δασκάλου της μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Άλλωστε, μέχρι σήμερα η Σίφνος φημίζεται για την γευστικότατη κουζίνα της με τις ροβυθάδες, το μαστέλο, τα αμυγδαλωτά, τις μελόπιτες. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται το ανδρικό μοναστήρι της Παναγίας της Βρυσιανής. Από την Καταβατή αρχίζει ο πεζόδρομος και ο αμαξιτός προς το Βαθύ, που είναι ένας όμορφος και ήρεμος οικισμός αγγειοπλαστών, στα δυτικά παράλια του νησιού. Οι ελιές και τα περιβόλια βάφουν με τις αντανακλάσεις τους τα νερά του κλειστού προστατευμένου όρμου, που την ώρα του ηλιοβασιλέματος αποκτά μια αύρα σχεδόν μαγική.

Ο Πλατύς Γιαλός είναι η πιο πολυσύχναστη παραλία του νησιού και θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες των Κυκλάδων. Εδώ,ακόμα και σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να βρει τα προϊόντα της σιφνέικης κεραμικής και να γνωρίσει τον τρόπο παραγωγής τους. Βόρεια, στην κορυφή του υψώματος, δεσπόζει το μοναστήρι της Παναγιάς του Βουνού (1813). Στην είσοδο του όρμου βρίσκεται το ακατοίκητο νησάκι Κυπριανή ή Κιτριανή, με την ομώνυμη εκκλησία της Παναγίας. Ο Φάρος βρίσκεται στα Ν.Α. της Σίφνου, θεωρείται το ασφαλέστερο λιμάνι της και ήταν το 1883 το επίσημο λιμάνι του νησιού. Είναι ένα ήσυχο ψαροχώρι με γραφικές συνεχόμενες αμμώδεις παραλίες, τη Φασολού, το Φάρο, το Γλυφό. Στην είσοδο του λιμανιού εκτείνεται η βραχώδης νησίδα της Χρυσοπηγής, αποκομμένη από τη στεριά, πάνω στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής, πολιούχου της Σίφνου. Εδώ κάθε χρόνο της Αναλήψεως γίνεται μεγάλο πανσιφναϊκό πανηγύρι. Το Κάστρο κατοικείται από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα και είναι χτισμένο πάνω σε αρχαία ακρόπολη. Το «άστυ», όπως το αναφέρει ο Ηρόδοτος, αποτελεί σήμερα ένα ανοιχτό μουσείο. Ήταν πρωτεύουσα της Σίφνου κατά την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεότερη περίοδο έως το 1836, καθώς και έδρα της Αρχιεπισκοπής Σίφνου (1646-1859). Διαβαίνοντας τις παλιές εισόδους-στοές, τις “λόζιες” -τις οποίες άλλοτε ασφάλιζαν πολεμικοί πύργοι- ο επισκέπτης αισθάνεται συνεπαρμένος από την μεσαιωνική γοητεία του οικισμού, που ξεπηδά σε κάθε του βήμα από αρχιτεκτονικά μέλη, κορμούς αγαλμάτων, επιτύμβιες στήλες και άλλα αρχαία μαρμάρινα αντικείμενα που σήμερα κοσμούν τα οικήματα του Κάστρου μαζί με βενετσιάνικες επιγραφές και οικόσημα, όλα σιωπηλοί μάρτυρες ενός ένδοξου παρελθόντος. Ο Αρτεμώνας ήταν, από το 1914 έως το 1998, έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Βρίσκεται βόρεια της Απολλωνίας και σε απόσταση 1,5 χλμ. Αποτελεί πραγματικό στολίδι της Σίφνου, με αρχοντικά νεοκλασσικού ρυθμού, κήπους και λουλουδιασμένες αυλές. Ψηλά στην κορυφή του λόφου, σώζονται από τις παλιές αράδες των ανεμόμυλων, μόνο δύο σε καλή κατάσταση. Απ’ εδώ η θέα της Σίφνου είναι πανοραμική. Σήμερα, αποτελεί ουσιαστικά ένα ενιαίο οικιστικό σύνολο με την Απολλωνία, με την οποία συνδέεται μέσω ενός καλντεριμιού, που σαν ραχοκοκκαλιά διασχίζει τους κεντρικούς οικισμούς του νησιού. Το κομπολόι των οικισμών αυτών ολοκληρώνεται από το Άνω και Κάτω Πετάλι, τα οποία, όπως μαρτυρά και τ’ όνομά τους, έχουν αξεπέραστες υψομετρικές διαφορές. Τέλος, η Χερρόνησος, που ανήκει στην ευρύτερη περιφέρεια του Αρτεμώνα, είναι ένα μικρό παραδοσιακό ψαροχώρι, στη βορεινή άκρη του νησιού, με μικρή αμμουδιά, γνωστό για τα κεραμικά του. Η άγρια, φυσική ομορφιά του τοπίου αποτελεί πόλο έλξης για όλο και περισσότερους επισκέπτες στη βορειοδυτική αυτή εσχατιά της Σίφνου.

Η τέχνη της αγγειοπλαστικής στη Σίφνο


Από το 17ο αιώνα ξεκινάει η ιστορία μας. Εκείνη την περίοδο αν και η οικονομία είναι αγροτική, το νησί γίνεται εμπορικό κέντρο και οι κάτοικοι αποκτούν επαφή με το εμπόριο. Λίγο αργότερα η αγγειοπλαστική (και η παραγωγή βαμβακερών νημάτων που όμως δεν ευδοκίμησε) κάνει την εμφάνισή της ως βοηθητικό συμπλήρωμα στο αγροτικό εισόδημα το οποίο δεν επαρκεί για τις ανάγκες της οικογένειας.

Παρατηρείται μια έξαρση των πωλήσεων στα λιμάνια της Ανατολής και από το 18ο αιώνα μια άνθιση του επαγγέλματος με τα τσικαλαριά που μέχρι τότε ήταν στα ορεινά του νησιού για τον φόβο των πειρατών, να μεταφέρονται στα παράλια. Εκεί ήταν πιο εύκολη η εξασφάλιση της εξαιρετικής πυρίμαχης αργίλου που κάνει τα σιφνέικα πήλινα ν’ αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες, υπήρχε πρόσβαση σε νερό λόγω των πηγών που κατέληγαν στα παράλια ενώ και η διάθεση των προϊόντων ήταν λιγότερο κοπιαστική, χρονοβόρα κι επισφαλής όταν φορτώνονταν κατευθείαν από το εργαστήρι στο καΐκι. Το παλιότερο παραθαλάσσιο εργαστήρι αγγειοπλαστικής ανοίγει στον Πλατύ Γιαλό. Εκεί το 1883 κατασκευάζονταν τούβλα για τις εγκαταστάσεις της Εταιρείας Μεταλλείων στις Καμάρες. Κατά το 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα αν και παρατηρείται έξαρση της αγγειοπλαστικής παραγωγής, αυτή δεν συνοδεύεται από παράλληλη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, γιατί η υπερπροσφορά εργασίας και η υπερπαραγωγή δημιουργούν προβλήματα στη διακίνηση και διάθεση των προϊόντων. Ετσι ξεκίνησε η εποχιακή μετακίνηση με τις “συντροφιές” ή τα “τακίμια” που πήγαιναν τους καλοκαιρινούς μήνες στα γύρω νησιά, Πάρο, Νάξο, Σύρο, και επέστρεφαν το χειμώνα για ν’ ασχοληθούν με αγροτικές εργασίες. Αμέσως μετά ακολούθησε η μετανάστευση και η μόνιμη εγκατάσταση μακριά από τη Σίφνο σε διάφορα σημεία της Αττικής στην Αίγινα, τη Χαλκίδα, την Κάρυστο, τη Σπάρτη, τον Πύργο Ηλείας, αλλά και στη Χιλή, το Βελγικό Κογκό, την Αντίς Αμπέμπα και τη Ν. Υόρκη. Στο Μαρούσι δημιουργήθηκε η μεγαλύτερη κοινότητα Σιφνιών αγγειοπλαστών - που συνεχίζει και σήμερα το επάγγελμα σ’ ένα μεγάλο μέρος της.

Ακρόπολη Αγίου Ανδρέα


Ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Σίφνου, όπου βρίσκεται η προϊστορική ακρόπολη. Στο κέντρο της ανατολικής πλευράς της ακρόπολης χτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Η ακρόπολη περιλαμβάνει εσωτερικό κυκλώπειο τείχος, εξωτερικό οδοντωτό τείχος και πύργους, βρίσκεται δε σε κορυφή της λοφοσειράς, γνωστής ως «το Κάστρο του Αη-Ντριά». Ήδη τον χώρο είχε εντοπίσει από το 1899 ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, ενώ ανασκαφές που έφεραν στο φως μεγάλο μέρος της ακρόπολης διεξήγαγε η έφορος Αρχαιοτήτων Βαρβάρα Φιλιππάκη από το 1970-1980. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μεγάλο μέρος του μυκηναϊκού τείχους (12ος αιώνας π.Χ.), που περιβάλλει την ακρόπολη. Το τείχος είναι ενισχυμένο με οκτώ ορθογώνιους πύργους. Κατά τη γεωμετρική εποχή (8ος αιώνας π.Χ.) ενισχύθηκε με μονό περιτείχισμα και μεγάλο πύργο, ενώ κατασκευάσθηκαν και δύο πυλίδες. Εντός του τείχους ήλθαν στο φως τα ερείπια τουλάχιστον πέντε οικοδομημάτων, μάλλον κατοικιών, από τις οποίες τουλάχιστον μία ανάγεται στη μυκηναϊκή εποχή. Οι άλλες φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν κατά τον 8ο αι. π.Χ. 

Σιφνέικες Γεύσεις


Τι μπορεί να πει κανείς για τις γεύσεις της Σίφνου, του νησιού που γέννησε το Νικόλαο Τσελεμεντέ και πολλούς ακόμα μαγείρους; Η Σίφνος είναι διάσημη για την αχτύπητη «ρεβιθάδα» της, όπου τα ρεβίθια με μπόλικο λάδι και κρεμμύδια, αφήνονται να ψηθούν μια ολόκληρη νύχτα στο φούρνο, μέσα σε «σκεπασταριά», ειδικό πήλινο σκεπαστό σκεύος, του οποίου τα χείλη σφραγίζονται με ζυμάρι για να μη χαθεί η νοστιμιά του φαγητού. Φυσικά μην παραλείψετε να δοκιμάσετε τους «ρεβιθοκεφτέδες», την «καπαροσαλάτα», την «μαγειρευτή κάπαρη» και κυρίως το «μαστέλλο», πασχαλινό φαγητό των Σιφνιών, που σερβίρεται όμως πλέον και τον υπόλοιπο χρόνο. Πρόκειται για αρνάκι μαγειρεμένο στο φούρνο, μέσα σε πήλινο «μαστέλο», με μοναδική προσθήκη κρασί, άνηθο και μυρωδικά.Το μυστικό είναι, ότι τα τεμάχια του κρέατος ακουμπούν πάνω σε αμπελόκλαδα, που είναι τοποθετημένα στον πυθμένα του μαστέλου, σαν είδος σχάρας.Με τον ζωμό που κατασταλάζει, παρασκευάζεται νοστιμότατο πιλάφι. Αν βρεθείτε Πάσχα στη Σίφνο, θα έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε τα μοναδικά «πουλιά της Λαμπρής», τα πασχαλινά κουλούρια, τα οποία πλάθονται με ξεχωριστή τέχνη σε αμέτρητα σχήματα και στολίζονται με το κόκκινο αυγό. Φεύγοντας από το νησί μην ξεχάσετε να πάρετε «αμυγδαλωτά» άσπρα (με ασπρισμένη αμυγδαλόψιχα) ή σκούρα (με αμυγδαλόψιχα μη αποφλοιωμένη), καθώς και σιφνέικα κουλουράκια και «μπουρέκια» (γλυκά, γεμιστά πιτάκια).


Tags: ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ… σε μέρη ονειρεμένα, ΣΙΦΝΟΣ, ΝΗΣΙ, ΕΛΛΑΔΑ, ΑΙΓΑΙΟ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Που θα μείνετε…
Που θα διασκεδάσετε…