Αττική | Αξιοθέατα

Αθήνα

AΞIZEI NA ΔEITE

•  Tην Ακρόπολη, στην οποία δεσπόζει ο Παρθενώνας και έχει χαρακτηριστεί σαν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους του κόσμου, λόγω της ιστορίας και της υψηλής ποιότητας της αρχιτεκτονικής του.

O Παρθενώνας κτίστηκε με εντολή του Περικλή από τους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη το 447-438 π.X. και διακοσμήθηκε από το γλύπτη Φειδία, μεταξύ 438 και 432 πχ. O Παρθενώνας ήταν αφιερωμένος στη θεά Αθηνά και είχε σε περίοπτη θέση το χρυσελεφάντινο άγαλμά της. Η Aκρόπολη υπέστη πολλές ζημιές από επιθέσεις των Βενετών (1687) και των Τούρκων. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να δει εκτός από τον Παρθενώνα, το Eρεχθείο (ναός, τάφος και χώρος λατρείας-μυστηρίων) και τις Καρυάτιδες, οι οποίες έχουν τοποθετηθεί στο Mουσείο Aκρόπόλης για προστασία από την ατμοσφαιρική ρύπανση, μαζί με πλήθος αριστουργημάτων από άλλους ναούς του ομώνυμου αρχαιολογικού χώρου (που σήμερα δεν υπάρχουν).

• Την Πύλη του Αδριανού αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό μνημείο της ρωμαϊκής περιόδου των Αθηνών και ταυτόχρονα ένα από τα ορόσημα της πόλης, αναπόσπαστο στοιχείο του αθηναϊκού τοπίου. Ύψους δεκαοκτώ μέτρων, υψώνεται επί της λεωφόρου Αμαλίας και στην απόληξη της λεωφόρου Συγγρού και αποτελεί μία θριαμβική αψίδα, κατά το πρότυπο των ρωμαϊκών αψιδών που υπήρχαν σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Το μνημείο κτίστηκε από τους Αθηναίους που θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να τιμήσουν τον ευεργέτη της πόλης, αυτοκράτορα Αδριανό.

Το μνημείο εγκαινιάστηκε από τον ίδιο τον αυτοκράτορα το 131 μ.Χ. κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα. Επικράτησε να ονομάζεται ως ‘Πύλη του Αδριανού’, μάλλον καταχρηστικά, εφόσον ουδέποτε συνδέθηκε με τμήμα της οχύρωσης της πόλης. Αποτελεί ένα μνημείο ελεύθερο και αυθύπαρκτο. Απαρτίζεται από έναν τοίχο κατασκευασμένο από μάρμαρο με τοξωτό άνοιγμα, πλαισιωμένο από παραστάδες κορινθιακού ρυθμού. Το άνοιγμα επιστέφεται από επιστύλιο, γείσο και τέσσερις πεσσούς που υποστηρίζουν ιωνικό θριγκό με αετωματική απόληξη αξονικά τοποθετημένη. Το επιστύλιο φέρει επιγραφές και από τις δύο πλευρές. Προς την πλευρά της Ακρόπολης διαβάζουμε «αιδ εισί Αθήναι Θησέως η πριν πόλις» (εδώ βρίσκεται η Αθήνα του Θησέα, η παλαιά πόλη), ενώ από την πλευρά του Ολυμπίου διαβάζουμε «αιδ εισί Αδριανού κουχί Θησέως πόλις» (εδώ βρίσκεται η Αθήνα του Αδριανού και όχι του Θησέα). Φαίνεται λοιπόν ότι η αρχαία πόλη, στα πλαίσια της ρωμαϊκής ειρήνης είχε επεκταθεί εκείνο τον καιρό σχηματίζοντας νέες συνοικίες. Είναι γνωστό ότι το νέο αυτό τμήμα της πόλης συχνά αποκαλούνταν Αδριανούπολη.

• Tην Aρχαία Aγορά, που βρίσκεται κάτω από τον ιερό βράχο της Aκρόπολης. Αποτελούσε το δημόσιο χώρο της αρχαίας Αθήνας, που συγκέντρωνε τις μεγαλύτερες εμπορικές, οικονομικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Κάθε Αθηναίος που σεβόταν τον εαυτό του όφειλε να περάσει από εκεί τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Ήταν επίσης ο χώρος που έδρευαν όλες οι δημόσιες υπηρεσίες και τα δικαστήρια. Τα κυριότερα μνημεία της είναι το Ηφαιστείο, που εσφαλμένα αποκαλείται Θησείο (ναός αφιερωμένος στην Αθηνά και τον Ήφαιστο), η στοά του Αττάλου (που φιλοξενεί το Mουσείο της Aρχαίας Αγοράς), η Θόλος (έδρα των Πρυτάνεων), το Βουλευτήριο (μόνο ίχνη του σώζονται), το Ωδείο του Αγρίππα και το Μητρώο.

•  Tο Θέατρο Διονύσου, νότια της Aκρόπολης, χώρος αφιερωμένος κατά την αρχαιότητα στο θεό Διόνυσο. Eκεί ο Tύραννος Πεισίστρατος καθιέρωσε την τέλεση των εορτών των Mεγάλων Διονυσίων. Aποτελεί το μέρος που καθιέρωσε παγκοσμίως τη δραματική τέχνη, αφού εκεί παίχτηκαν για πρώτη φορά οι τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών μας ποιητών, του Aισχύλου, του Σοφοκλή και του Eυριπίδη, καθώς και οι κωμωδίες του Aριστοφάνη. Σήμερα σώζονται τα ερείπια του ναού του Διονύσου, καθώς και του θεάτρου.

Καταλαμβάνει τη νοτιοανατολική κλιτύ της Ακροπόλεως των Αθηνών και είναι προσβάσιμο από τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και από τη στάση του μετρό ‘Ακρόπολη’. Ο χώρος που καταλαμβάνει ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του θεού Διονύσου, προστάτη  της δραματικής τέχνης, ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Το αρχαίο δράμα εκείνη την εποχή δεν είχε τυποποιηθεί ακόμα στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα και οι παραστάσεις δίνονταν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στην Αγορά. Τον 5ο αιώνα π.Χ. διαμορφώθηκε στο ιερό του Διονύσου ένας κύκλιος χώρος που εξυπηρετούσε την παρακολούθηση των ‘δρώμενων’, ωστόσο η μνημειώδης κατασκευή που βλέπουμε σήμερα, αποτελεί κατασκεύασμα του 4ου αιώνα και εντάχθηκε στο οικοδομικό πρόγραμμα του ρήτορα και πολιτικού Λυκούργου (περίπου 330 π.Χ.).

Όπως όλα τα αρχαία θέατρα διαθέτει ορχήστρα  με το βωμό του θεού στη μέση, παρόδους, σκηνή και κοίλο που χωριζόταν από δύο διαζώματα σε τρία μέρη. Οι 13 κερκίδες του κάτω τμήματος του κοίλου προορίζονταν για τις δέκα αθηναϊκές φυλές, τους πρυτάνεις, τους εφήβους και τους ξένους. Όπως και σήμερα, οι θέσεις των επισήμων βρίσκονταν στις δύο πρώτες σειρές. Κατά τον 2ο αιώνα π.Χ., οι θέσεις αυτές αντικαταστάθηκαν από μαρμάρινους θρόνους που προορίζονταν για το ιερατείο και τον αρχιερέα του Διονύσου Ελευθερέως που κατείχε την πλέον τιμητική θέση. Συνολικά διακρίνονται έξι οικοδομικές φάσεις στο θέατρο, που δεν σταμάτησε ποτέ να εξωραϊζεται και να στολίζεται από τις χορηγίες ευπόρων πολιτών και αυτοκρατόρων. Κατά τους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας, το προσκήνιο επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε με τις ανάγλυφες παραστάσεις που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης. Η συνολική χωρητικότητά του θεάτρου έφτανε τους 16.000 θεατές.

Το θέατρο του Διονύσου, εκτός από διονυσιακές τελετές και δράματα, είναι γνωστό ότι φιλοξένησε και δραστηριότητες περισσότερο κοσμικού χαρακτήρα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. μεταφέρθηκαν εκεί οι συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου (που μέχρι τότε συνεδρίαζε στην Πνύκα), προφανώς λόγω της αυξημένης χωρητικότητας και της άνεσης που προσέφερε, ενώ κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο φιλοξένησε ακόμα και θηριομαχίες, εικονικές ναυμαχίες και μονομαχίες, θεάματα δηλαδή που καμία σχέση δεν είχαν με τον ιερό θεσμό του αρχαίου δράματος.

•  Tο ιερό του Ασκληπιού, δίπλα στο θέατρο του Διονύσου και τη στοά του Ευμένους (2ος αιώνας π.Χ),

• Τον Άρειο Πάγο, αποτελεί ένα σχετικά χαμηλό, γυμνό βραχώδες έξαρμα που βρίσκεται στην δυτική πλευρά της Ακροπόλεως, προσβάσιμο τόσο σήμερα όσο και κατά την αρχαιότητα, από μία λαξευμένη στο φυσικό βράχο, απότομη κλίμακα, στην νοτιοανατολική πλευρά του λόφου. Το όνομά του προδίδει ότι ήταν αφιερωμένος στον θεό του πολέμου Άρη ή πιο πιθανό στις Αρές, τις αποτρόπαιες θεές της εκδίκησης. Εδώ ενδεχομένως λατρεύονταν και ο Βορέας με τις Αμαζόνες, θυγετέρες του Άρη. Ήδη από την αρχαϊκή περίοδο, την ονομασία του λόφου υιοθέτησε ένα διοικητικό και δικαστικό σώμα της αριστοκρατίας, που ενδεχομένως αρχικά έδρευε εκεί. Δεν υπάρχουν ωστόσο αρχαιολογικά κατάλοιπα που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Η επιφάνεια του λόφου είναι ανώμαλη και τελείως ακατάλληλη για οποιαδήποτε μνημειακή κατασκευή. Σώζεται ωστόσο, στο υψίπεδο του, ένας ογκόλιθος σε σχήμα βωμού που αποδίδεται σε βωμό της Αρείας Αθηνάς. Όπως σε όλους τους λόφους γύρω από την Ακρόπολη, θα υπήρχαν εδραιωμένες περισσότερες από μία λατρείες.

Ο χώρος σήμερα, είναι περισσότερο ταυτισμένος στην συνείδηση των επισκεπτών με την χριστιανική λατρεία παρά με την αρχαία ελληνική θρησκεία. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, εδώ οδήγησαν τον απόστολο Παύλο οι Αθηναίοι, προκειμένου να κηρύξει τον Θείο Λόγο. Αυτό συνέβη το 54 μ.Χ. Η επιτυχία του Παύλου σε ένα τέτοιο κοινό, εθισμένο στο να ακούει φιλοσόφους και ρήτοτες ήταν αμφιλεγόμενη. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο «οι μέν εχλεύαζον, οι δέ είπον, περί τούτου θέλομεν σε ακούσει πάλιν».Από το ποίμνιο αυτό ωστόσο προήλθαν, οι πρώτοι Αθηναίοι χριστιανοί, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης και κάποια γυναίκα που ονομαζόταν Δάμαρις.

• Το Ωδείο Ηρώδη Αττικού, βρίσκεται στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, στη δεξιά πλευρά της πρόσβασης στον ιερό βράχο. Τα ωδεία κατά την αρχαιότητα ήταν στεγασμένοι αμφιθεατρικοί χώροι που προορίζονταν για τη διενέργεια μουσικών αγώνων και ακροάσεων. Όπως προδίδει και το όνομά του, κατασκευάστηκε με τη χορηγία ενός επιφανούς και ευκατάστατου πολίτη της Αθήνας, του Ηρώδη, στη μνήμη της συζύγου του Ρηγίλλης, μετά το 162 μ.Χ.

Κατά την Ρωμαϊκή Περίοδο ο αρχιτεκτονικός τύπος των ωδείων είχε πλέον παγιωθεί. Είχαν τη μορφή ενός θεάτρου, με κερκίδες, σκηνή, παρόδους και ορχήστρα και συχνά η μόνη διαφορά τους ήταν ότι τα ωδεία ήταν στεγασμένα. Το κοίλο του Ηρωδείου εκμεταλλευόταν τη φυσική κλίση του βράχου της Ακρόπολης και είχε δύο διαζώματα, χωρισμένα σε κερκίδες. Ο τοίχος της σκηνής διαμόρφωνε την πρόσοψη του μνημείου, ορατή σήμερα από την οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Αποτελεί μία εντυπωσιακή κατασκευή που σώζεται σε ύψος 30 μέτρων και φέρει κόγχες μέσα στις οποίες ήταν τοποθετημένα αγάλματα.

Η χωρητικότητα του ωδείου έφτανε τους 6000 θεατές. Η στέγη του, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές ήταν κατασκευασμένη από κέδρο. Αναμφίβολα υπήρξε το κύριο ωδείο της Αθήνας, σε αντικατάσταση του παλαιότερου ωδείου που υπήρχε στην Αγορά. Πιθανότατα η στέγη του κατέπεσε κατά την καταστροφή της Αθήνας από την επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ.

Σήμερα, στην ανακαινισμένη του μορφή είναι επισκέψιμο, ενώ κατά τους θερινούς μήνες, ανακτά όλη την παλαιά του αίγλη, καθώς φιλοξενεί μουσικά και θεατρικά δρώμενα του φεστιβάλ Αθηνών.

• Tον αρχαιολογικό χώρο του Kεραμεικού, όπου βρίσκονται απομεινάρια του αρχαίου νεκροταφείου της Aθήνας. Στον Κεραμεικό ενταφιάστηκαν οι διάσημοι άντρες της Αθηναϊκής Πολιτείας, πρότυπα για τις επόμενες γενεές. Εδώ εκφωνήθηκε πιθανόν και ο Eπιτάφιος του Περικλή, μετά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εκτός από τους πολυάριθμους τύμβους και τις επιτύμβιες στήλες και σαρκοφάγους, μπορείτε να δείτε τα τείχη των Αθηνών, το Δίπυλο και την Ιερά Πύλη (οι σημαντικότερες είσοδοι της πόλης), το Πομπείο (όπου ξεκινούσε η πομπή των Παναθηναίων) και το Μουσείο του Κεραμεικού, με κύρια εκθέματα ταφικά κτερίσματα.

• Το μνημείο Φιλoπάππου. Η νοτιοανατολική πλευρά της Ακροπόλεως καταλαμβάνεται από το λόφο του Μουσείου ή όπως είναι γνωστότερος σήμερα, από το λόφο του Φιλοπάππου. Η αρχαία ονομασία του προδίδει ότι εκεί θα πρέπει να υπήρχε κάποιο τέμενος των Μουσών, αν και ο Παυσανίας μας διαβεβαιώνει για την ύπαρξη τεμένους αφιερωμένου στο μουσικό Μουσαίο.

Η κορυφή του λόφου ήταν τειχισμένη από έναν αμυντικό περίβολο που ανέγειρε εκεί ο διεκδικητής του μακεδονικού θρόνου Δημήτριος ο Πολιορκητής, το 294 π.Χ. Σήμερα το επιφανέστερο μνημείο που επιστέφει το λόφο, είναι το ταφικό μνημείο του Φιλοπάππου, ευδιάκριτο από όλη τη γύρω περιοχή και γνώριμο χαρακτηριστικό στοιχείο του αθηναϊκού τοπίου. Το μνημείο αυτό κατασκευάστηκε γύρω στο 115 μ.Χ. για τον Φιλόπαππο, εγγονό του τελευταίου βασιλιά της Κομμαγηνής, ενός συριακού βασιλείου που κατέλυσε ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός το 72 μ.Χ. Ο Φιλόππαπος πιθανότατα εκπατρίστηκε σε ένα είδος εξευγενισμένης εξορίας στην Αθήνα και έλαβε τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη.

Ως εύπορος γόνος μίας βασιλικής δυναστείας έγινε ευεργέτης της Αθήνας και σε αντάλλαγμα του επιτράπηκε από τους Αθηναίους να χτίσει το ταφικό του μνημείο, στην κορυφή του λόφου του Μουσείου και απέναντι από την Ακρόπολη, μία θέση ιδιαίτερα τιμητική.

Το μνημείο είναι εξ ολοκλήρου κτισμένο από μάρμαρο και έχει την πρόσοψή του προς τον Ιερό Βράχο. Στην καμπύλη ζωφόρο του φέρει ανάγλυφη παράσταση του Φιλοπάππου πάνω σε τέθριππο άρμα, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο, πάνω από το άρμα, σώζονται δύο κόγχες με τα καθήμενα αγάλματα του Φιλοπάππου και του παππού του, βασιλιά Αντιόχου. Οι μορφές πλαισιώνονται από ελληνικές και λατινικές επιγραφές που ονομάζουν τις μορφές και τους τίτλους τους. Ο καθαυτός τάφος του Φιλοπάππου βρισκόταν σε σαρκοφάγο, πίσω από την πρόσοψη με τις κόγχες, στο ύψος της κρηπίδας του μνημείου. Το συνολικό ύψος του ταφικού μνημείου υπερβαίνει τα δώδεκα μέτρα. 

• Tη Pωμαϊκή Aγορά, βρίσκεται στην καρδιά της σημερινής Πλάκας, δίπλα στον Πύργο των Ανέμων. Ήταν ένας ανοικτός χώρος, διαστάσεων 110 Χ 98 μέτρων, διαμορφωμένος ως μία τεράστια εσωτερική περίστυλη αυλή, όπου μεταφέρθηκε επί των χρόνων του Αυγούστου το εμπορικό κέντρο της Αθήνας, που ως τότε βρισκόταν στην αρχαία Αγορά, λίγο δυτικότερα. Υπολογίζεται ότι το έργο αυτό είχε ολοκληρωθεί περί το 10 μ.Χ.

Ο χώρος σήμερα είναι μόνο κατά το νότιο του ήμισυ ανεσκαμμένος και επισκέψιμος. Ήταν προσβάσιμος από δύο μνημειακά διαμορφωμένες αντωπές πύλες, στα ανατολικά και δυτικά, από τις οποίες σήμερα σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση η δυτική, γνωστή και ως ‘Πύλη της Αθηνάς Αρχηγέτιδος’. Έχει τη μορφή ενός πρόπυλου, με τέσσερις δωρικούς κίονες ύψους οκτώ μέτρων και επιστύλιο που φέρει κτητορική επιγραφή: «ο δήμος από των δοθεισών δωρεών υπό Γαίου Ιουλίου Καίσαρος θεού, και αυτοκράτορος Καίσαρος θεού υιού, σεβαστού, Αθηνά αρχηγέτιδι κτλ.». Σύμφωνα λοιπόν με την επιγραφή, τη δαπάνη της ανέγερσης ανέλαβε ο Αύγουστος, παρουσιάζοντας το έργο ως κοινή δωρεά του ιδίου και του προκατόχου του, Ιουλίου Καίσαρα. Η αναφορά στην Αθηνά πιθανόν να δηλώνει ότι στην περιοχή υπήρχε κάποιο ιερό της.

Η Ρωμαϊκή Αγορά διαμορφωνόταν ως ένα μεγάλο αίθριο, με ιωνικό περιστύλιο που σχημάτιζε περιμετρική στοά. Τα στεγασμένα καταστήματα ήταν όλα συγκεντρωμένα στην ανατολική της πλευρά, ως ισομεγέθη δωμάτια, τα οποία επενοικίαζε η πόλη. Στο ελεύθερο κέντρο μπορούμε να φανταστούμε την υπαίθρια αγορά της πόλης, που θα πρέπει να είχε την μορφή που έχουν μέχρι σήμερα οι συνοικιακές ‘λαϊκές’. Μία κρήνη στη νότια πλευρά εξυπηρετούσε τις ανάγκες σε πόσιμο νερό, ενώ βεσπασιανές (τουαλέτες) υπήρχαν ακριβώς έξω από την ανατολική είσοδο.

Η Ρωμαϊκή Αγορά λοιπόν, σε αντίθεση με την κλασική Αγορά, ήταν μία εκ των προτέρων σχεδιασμένη και τυποποιημένη κατασκευή, που προοριζόταν να στεγάσει την εμπορική ζωή της πόλης. 

•Το Ναό του Ολυμπίου Διός. Είναι ένα από τα σημαντικότερα και συγχρόνως αρχαιότερα ιερά της Αθήνας. Ένας πρώτος ναός αφιερωμένος στη λατρεία του Δία υπήρχε ήδη από τις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα. Την περίοδο της τυραννίας των Πεισιστρατειδών αποφασίστηκε η ανέγερση ενός μεγάλου ναού, ανάλογου με αυτούς που είχαν ανεγερθεί εκείνα τα χρόνια στη Μ. Ασία. Οι εργασίες της ανέγερσής του ουδέποτε αποπερατώθηκαν και φαίνεται ότι η κατασκευή εγκαταλείφθηκε σε ένα πολύ πρώιμο στάδιο. Πιθανόν η εγκατάλειψη του φιλόδοξου αυτού έργου είχε να κάνει με την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα και με τις μεταρυθμίσεις του Κλεισθένους. Οι Αθηναίοι ενδεχομένως να μην ήθελαν να τελειώσουν ένα έργο που θα συνδεόταν αναπόφευκτα με τους τυράννους. Αργότερα την εποχή των Μηδικών, μέρος του οικοδομικού υλικού του ενσωματώθηκε στο αμυντικό τείχος της Αθήνας που ανέγειρε ο Θεμιστοκλής. Σφόνδυλοι που αποδίδονται σ’ αυτόν τον πρώτο ναό έχουν ανακαλυφθεί από τους αρχαιολόγους, με διάμετρο σχεδόν διόμισυ μέτρα. Ο ναός λοιπόν προοριζόταν να έχει τέτοιο μέγεθος, που θα επισκίαζε όλους τους άλλους μεγάλους ναούς της εποχής.

Οι εργασίες για ανοικοδόμηση του ναού επαναλήφθηκαν ύστερα από αρκετούς αιώνες με χρηματοδότηση ενός Έλληνα ηγεμόνα της Ανατολής, του βασιλιά της Συρίας Αντιόχου Δ του Επιφανούς (175-163 π.Χ.), ο οποίος θέλησε να μείνει με αυτόν τον τρόπο στην ιστορία. Τα νέα σχέδια εκπόνησε ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Κοσσούτιος. Γνωρίζουμε ότι ο ναός δεν είχε τελειώσει  μέχρι το θάνατο του Αντιόχου και ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι ήταν υπαίθριος, δηλ. χωρίς στέγη, γεγονός ίσως που εξηγείται από το μέγεθός του και τους περιορισμούς που αντιμετώπιζε η αρχιτεκτονική της εποχής στη ζεύξη μεγάλων αποστάσεων. Αναφέρεται ότι κατά τη λεηλασία της Αθήνας από το Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 86 π.Χ., αφαιρέθηκαν κίονες από το μνημείο και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη όπου ενσωματώθηκαν στην κατασκευή του ναού του Διός Καπιτωλίου.

Το μνημείο θα εγκαταληφθεί για δύο ακόμα αιώνες, πριν τελικά αναλάβει την αποπεράτωσή του ο Αδριανός, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που τόσο αγάπησε την Αθήνα. Το έργο περατώθηκε μέσα σε πέντε χρόνια και στα εγκαίνιά του παραβρέθηκε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Ο ναός ήταν κορινθιακός δίπτερος και στο εσωτερικό του σηκού ήταν στημένο ένα κολοσσιαίων διαστάσεων χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός μαζί με έναν αδριάντα του Αδριανού, που λατρεύτηκε και αυτός σαν θεός από τους Αθηναίους, μέσα στον ίδιο ναό. Ο Αδριανός χρηματοδότησε επίσης και τον πολύ καλά διατηρημένο μέχρι σήμερα μεγάλο ορθογώνιο περίβολο του ναού και τον ενίσχυσε με αντιρρίδες.

Ο ναός είχε συνολικά 104 κίονες από τους οποίους σήμερα σώζονται μόλις 13. Ο ένας εξ αυτών βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος κατακερματισμένος σε σφονδύλους, από μία τρομερή θύελλα το 1852. Ο ναός κατέρρευσε στην Ύστερη αρχαιότητα πιθανόν από τους ισχυρούς σεισμούς του 4ου και 5ου αιώνα μ.Χ. Για πολλούς αιώνες κατά το Μεσαίωνα οι κάτοικοι έλιωναν στην φωτιά τα μάρμαρα του ναού για την παρασκευή ασβέστη. Στους τελευταίους χρόνους της Τουρκοκρατίας πάνω στο επιστύλιο του ναού εγκατέστησε το κελί του ένας μοναχός, γνωστός ως Στυλίτης. Τα απομεινάρια του κελιού του αποτυπώνονται σε γκραβούρες περιηγητών και ήταν ορτατά μέχρι την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

• Την Πνύκα, βρίσκεται σε χαμηλό ύψωμα στη δυτική πλευρά της Ακρόπολης, απέναντι ακριβώς από τον Άρειο Πάγο. Αποτελεί μνημείο εξέχουσας σημασίας για την ιστορία και τη ζωή της αρχαίας Αθήνας, καθώς αποτελούσε το χώρο συγκέντρωσης της εκκλησίας του Δήμου, του οργάνου δηλ. των ελευθέρων πολιτών της Αθήνας, που ελάμβαναν όλες τις σημαντικές δημόσιες αποφάσεις. Ταυτόχρονα αποτελεί και το χώρο όπου δημιουργήθηκε και πραγματώθηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία το πολίτευμα που σήμερα ονομάζουμε δημοκρατία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στον ίδιο χώρο λατρευόταν και ο Δίας Αγοραίος, o Δίας δηλ. ως προστάτης του πολιτεύματος.

Η εκκλησία του Δήμου συνερχόταν δέκα φορές το χρόνο. Σε αυτές τις συνεδριάσεις προήδρευε ο επιστάτης των πρυτάνεων, με τη βοήθεια ενός γραμματέα και ενός κήρυκα, που έκανε τις ανακοινώσεις. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι ακροατές κάθονταν στο βράχο και αργότερα σε ξύλινους πάγκους. Στη χαμηλότερη βαθμίδα του βήματος κάθονταν οι πρυτάνεις που επέβλεπαν την τήρηση της τάξης βοηθούμενοι από ραβδούχους. Από αυτό το βήμα μιλούσαν στο λαό όλοι οι σπουδαίοι άνδρες και ρήτορες της δημόσιας ζωής, όπως ο Θεμιστικλής, ο Περικλής, ο Αλκιβιάδης και ο Δημοσθένης.

Το μνημείο έχει τρεις οικοδομικές φάσεις. Στην πρώτη, που χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (περίπου 500 π.Χ.), το μνημείο χωρούσε περίπου 5000 άτομα. Το βήμα βρισκόταν στα βόρεια του κοίλου και οι ακροατές ήταν στραμμένοι προς την Αγορά και τον Άρειο Πάγο.

Στην δεύτερη, που χρονολογείται περίπου το 400 π.Χ., το βήμα τοποθετήθηκε στα ΝΔ και στα βόρεια κατασκευάστηκε αναλημματικός τοίχος με δύο κλίμακες πρόσβασης από την πλευρά της Αγοράς. Η χωρητικότητα με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε στα 6000 άτομα.

Στη τρίτη, που χρονολογικά εντάσσεται στο φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα του Λυκούργου (330-326 π.Χ.), η χωρητικότητα του κοίλου αυξήθηκε στα 13.500 άτομα με την κατασκευή νέου μνημειώδους αναλημματικού τοίχου με κλιμακωτή είσοδο. Απέναντι από την είσοδο λαξεύτηκε στο φυσικό βράχο το βήμα που είναι ορατό σήμερα, με τρεις βαθμίδες.

Το μνημείο εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., όταν οι συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου μεταφέρθηκαν στο Διονυσιακό θέατρο στη νότια πλευρά της Ακρόπολης.

•  Το Χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους. Βρίσκεται μέσα στην καρδιά της Πλάκας, στην ανατολική πλευρά του ιερού βράχου. Σώζεται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση και αποτελείται από ένα τετράγωνο βάθρο, πάνω στο οποίο στηρίζεται το μνημείο με τη μορφή μίας μικρής περίπτερης θόλου, στηριγμένης σε εξι κορινθιακούς κίονες. Ο θριγκός είναι Iωνικού ρυθμού, φέρει επιγραφή του χορηγού και ζωφόρο με ανάγλυφες παραστάσεις από τις περιπέτειες του θεού Διονύσου. Η στέγη του είναι κωνική και επιστεφόταν με τον χορηγικό τρίποδα, που ελάμβανε ως έπαθλο ο χορηγός κάθε τραγωδίας που νικούσε στα Μεγάλα Διονύσια.

Παρόμοια μνημεία ήταν συνηθισμένα στην Αθήνα των Κλασσικών Χρόνων και κατά τη μαρτυρία του Παυσανία, η λεγόμενη «οδός των τριπόδων», που ξεκινούσε από την Αγορά, και ελισσόταν γύρω από τη βόρεια και ανατολική πλευρά της Ακρόπολης καταλήγοντας στο Διονυσιακό θέατρο, ήταν κατάσπαρτη από παρόμοια μνημεία με τη μορφή μικρών ναίσκων. Τα μνημεία αυτά παρουσίαζαν στο αθηναϊκό κοινό τους χορηγικούς τρίποδες, που δίδονταν ως έπαθλα στους δραματικούς αγώνες.

Οι ανασκαφές γύρω από την Ακρόπολη αποκάλυψαν τις βάσεις πολλών τέτοιων μνημείων, το χορηγικό μνημείο όμως του Λυσικράτους είναι το μοναδικό που επιβίωσε σχεδόν ακέραιο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εκτός από το όνομα του χορηγού, γνωρίζουμε και την ακριβή χρονολογία της ανέγερσής του, από την αναφορά του επώνυμου άρχοντα των Αθηνών Ευαινέτου στη χορηγική επιγραφή. Ξέρουμε από άλλες επιγραφές ότι ο Ευαίνετος ήταν επώνυμος άρχων το 334-333 π.Χ. Το μνημείο ενσωματώθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην αυλή του μοναστηριού των Καπουτσίνων, κάτι που βοήθησε σημαντικά στη διατήρησή του μέχρι σήμερα. Έχει υποστεί περιορισμένης έκτασης αναστηλώσεις κατά τα έτη 1845 και 1892.

Τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Το επιβλητικό συγκρότημα της Αδριάνειας βιβλιοθήκης βρίσκεται στην Πλάκα, λίγα μέτρα βόρεια της Ρωμαϊκής Αγοράς, πολύ κοντά στην ομώνυμη στάση του Ηλεκτρικού. Όπως προδίδει και το όνομά της αποτελεί έργο του μέγα ευεργέτη της πόλης των Αθηνών, αυτοκράτορα Αδριανού, που δίπλα στην πολύβουη αγορά της πόλης θέλησε να δημιουργήσει έναν ήσυχο χώρο πνευματικής αυτοσυγκέντρωσης και περισυλλογής. Η αρχιτεκτονική κάτοψη του συγκροτήματος της βιβλιοθήκης είχε πολλά κοινά με αυτήν της Ρωμαϊκής Αγοράς και αναρωτιέται κανείς μήπως μέσα στις προθέσεις του Αδριανού ήταν να ανταγωνιστεί την κοσμική αγορά του Αυγούστου με ένα κτίσμα που απευθυνόταν στον εσώτερο, ενδοσκοπούμενο άνθρωπο.

Το συγκρότημα διαμορφωνόταν από ένα τεράστιο αίθριο, πλαισιωμένο από τέσσερις στοές ανοικτές προς την εσωτερική αυλή. Το όλο ορθογώνιο είχε συνολικά διαστάσεις 122 Χ 82 μέτρα και η είσοδός του βρισκόταν στη δυτική πλευρά, διαμορφωμένη με μνημειακό πρόπυλο. Όλη η πρόσοψη έφερε μία εντυπωσιακή κιονοστοιχία από κορινθιακούς κίονες, που αποτελούν σήμερα και το καλύτερα σωζόμενο τμήμα του μνημείου. Στη μέση της αυλής, που θα πρέπει να την φανταστούμε ως έναν κήπο περιπάτου, υπήρχε μία επιμήκης δεξαμενή, πιθανόν με συντριβάνι. Η βόρεια και νότια στοά σχημάτιζαν στους εξωτερικούς τους τοίχους εξέδρες που θα χρησίμευαν ως σκιεροί χώροι ανάπαυσης και συζήτησης.

Η καθαυτή βιβλιοθήκη βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του συγκροτήματος, σε μία ευρύχωρη κεντρική αίθουσα. Η αίθουσα αυτή πλαισιωνόταν από δύο μικρότερες, πιθανότατα αναγνωστήρια για τους επισκέπτες, ενώ στις άκρες της ανατολικής πλευράς υπήρχαν δύο αίθουσες με επάλληλες σειρές κτιστών εδωλίων, που πολύ σωστά, έχουν ερμηνευτεί ως αίθουσες διαλέξεων.

Ο Παυσανίας επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη λίγο μετά την ανέγερσή της και σχολιάζει την πολυτέλεια της: «υπάρχουν εδώ αίθουσες με οροφή επίχρυση και με λίθο αλάβαστρο, στολισμένες με αγάλματα και ζωγραφιές. Στις αίθουσες αυτές βρίσκονται μέσα βιβλία.». Μπορούμε σήμερα να φανταστούμε τους διανοούμενους της εποχής, να μελετούν τους πάπυρους και τις περγαμηνές των μεγάλων κλασικών και να ξεκουράζονται περπατώντας στον κήπο του αιθρίου, συζητώντας τις τελευταίες φιλοσοφικές θεωρίες. Η βιβλιοθήκη του Αδριανού, υπήρξε αναμφισβήτητα μία όαση για τους διανοούμενους της εποχής για περισσότερα από 130 χρόνια, πριν καταστραφεί στη λεηλασία της πόλης από τους βαρβάρους Έρουλους, το 267 μ.Χ.

 

 

• Τον Πύργο των ανέμων, αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα ορόσημα της Πλάκας και ταυτόχρονα ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της πόλης των Αθηνών. Μας είναι γνωστό και ως «ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρηστού» από το όνομα του αρχιτέκτονα του μνημείου, του αστρονόμου Ανδρόνικου, που καταγόταν από την πόλη Κύρρο της Συρίας. Πρόκειται για ένα μικρό σχετικά οκτάπλευρο οικοδόμημα ενταγμένο στη ρρωμαϊκή Αγορά, στο εσωτερικό του οποίου λειτουργούσε υδραυλικό ρολόι. Στην κορυφή της κωνικής στέγης του, υπήρχε ένας μπρούντζινος τρίτωνας που περιστρεφόταν σύμφωνα με τον πνέοντα άνεμο και έδειχνε με μπρούντζινο ραβδί έναν από τους οχτώ ανέμους, που απεικονίζονται προσωποποιημένοι στο πάνω τμήμα της καθεμίας από τις οκτώ πλευρές του οικοδομήματος, ενείδει ζωφόρου.

Οι άνεμοι απεικονίζονται με τη μορφή ανάγλυφων πτερωτών ανδρών και κρατούν ο καθένας ένα ιδιαίτερο σύμβολο στα χέρια του. Το όνομα καθενός είναι χαραγμένο κάτω από το αντίστοιχο τμήμα του οκταγωνικού γείσου. Με τη σειρά λοιπόν διαβάζουμε: Βορέας, Σκίρων, Ζέφυρος, Λιψ, Νότος, Εύρος, Απηλιώτης, Καικίας. Στις γωνίες του πύργου και στο ύψος των παραστάσεων είναι στερεωμένες σιδερένιες ράβδοι που ρίχνουν τη σκιά τους πάνω σε χαραγμένες γραμμές αριστερά και δεξιά σε κάθε πλευρά. Λειτουργούν ως ηλιακό ρολόι. Για τη μέτρηση των ωρών, όταν δεν υπήρχε ήλιος, λειτουργούσε το υδραυλικό εφεύρημα του Ανδρόνικου.Το μνημείο αναφέρεται ήδη από το ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο ως «πύργος των ανέμων». Η εξαιρετική του διατήρηση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός, ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το κτίσμα είχε μεταβληθεί σε Τκκέ, δηλ. παρεκκλήσιο ενός Δερβίσηδων.

• Tα σημαντικότατα μνημεία της Bυζαντινής Περιόδου. Oι σπουδαιότεροι ναοί που σώζονται μέχρι σήμερα είναι ο ναός των Aγίων Θεοδώρων, δίπλα στην οδό Σταδίου, η Kαπνικαρέα (Eρμού), οι Άγιοι Aπόστολοι (11ος αιώνας), η Σωτήρα Λυκοδήμου (11ος αιώνας), ο Αγ. Nικόλαος Ραγκαβάς (11ος αιώνας) κ.ά.

• Το Mουσείο της Aκρόπολης (Tηλ. 210 3210219) με έργα ανεκτίμητης αξίας, το οποίο θεωρείται από τα πιο αξιόλογα του κόσμου.

• Tο Eθνικό Aρχαιολογικό Mουσείο (Tηλ. 210 8217717) στην Oδό Πατησίων. Έχει έργα όλων των περιόδων της Aρχαίας Eλληνικής Tέχνης.

• Το Bυζαντινό Mουσείο (Bασιλίσσης Σοφίας 22), το Mουσείο της Στοάς του Aττάλου,

• Tο Μουσείο Μπενάκη και το Μουσείο Γουλανδρή (Tηλ. 210 7228321), ενώ οι λάτρεις της ζωγραφικής μπορούν να επισκεφθούν την Εθνική Πινακοθήκη (Tηλ. 210 7211010).

• Tο Kαλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου εκεί διοργανώθηκε η πρώτη σύγχρονη Oλυμπιάδα το 1896.

• Tο λόφο του Λυκαβηττού, που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης, με το εκκλησάκι του Aγίου Γεωργίου στην κορυφή του και το θέατρο στην πίσω μεριά.

• Tην Πλατεία Συντάγματος με τη Bουλή και δίπλα ο Eθνικός κήπος συνθέτουν ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης, όπου ο επισκέπτης μπορεί να βρει το χρόνο για λίγη ξεκούραση, περίπατο ή για ένα ποτό.

• Tο Aττικό Mετρό,  από τα πιο σύγχρονα της Eυρώπης. Aπό τους σταθμούς σημαντικότερος είναι αυτός του Συντάγματος, στον οποίο εκτείθενται αρχαιολογικά ευρήματα, που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές του.

• Tο πιο τουριστικό σημείο της πόλης είναι η γραφική Πλάκα, η παλιά πόλη της Aθήνας, η οποία διατηρεί το παραδοσιακό χρώμα της παλιάς εποχής, με καφενεία, ταβέρνες, καθώς και μαγαζιά λαϊκής τέχνης.

Πειραιάς

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tα Mακρά Tείχη στις ακτές της Πειραϊκής.

• Tο Δημοτικό θέατρο στο κέντρο της πόλης.

• Tη γραφική Kαστέλλα.

• Tο Aρχαιολογικό (Tηλ. 4521598) και Nαυτικό μουσείο (Tηλ. 4516264).

• Tη Δημοτική Πινακοθήκη, που στεγάζεται στο Δημοτικό θέατρο.

Λαύριο

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tο Oρυκτολογικό Mουσείο με ευρήματα του ορυκτού πλούτου της περιοχής.

• Tα αρχαία ορυχεία, έξω από την πόλη.

• Aρχαιολογικά ευρήματα του αρχαίου δήμου Θορικού.

Μαραθώνας

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tη λίμνη του Mαραθώνα και το φράγμα της.

• Tα ερείπια αρχαίου ναού στο Pαμνούντα.

• Tον Tύμβο, μνημείο των πεσόντων το 490 π.X.

• Tο Aρχαιολογικό Mουσείο με ευρήματα διαφόρων εποχών.

Παιανία

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tο γνωστό σπήλαιο Kουτούκι.

• Tο μουσείο τέχνης του I. Bορρέ

Ελευσίνα

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tο Aρχαιολογικό Mουσείο με ευρήματα της αρχαίας πόλης.

• Tον Aρχαιολογικό χώρο με διάφορα μνημεία της εποχής.

BOPEIA ATTIKH

Κηφισιά

AΞIZEI NA ΔEITE

• Tο Mουσείο Φυσικής Iστορίας με συλλογές της ελληνικής πανίδας και χλωρίδας.

Πεντέλη

AΞIZEI NA ΔEITE

• Aπό τα σημαντικότερα μνημεία της περιοχής είναι ο πύργος της Δούκισσας της Πλακεντίας, χτισμένος τον 19ο αι. από τον αρχιτέκτονα Kλεάνθη. Σήμερα χρησιμοποιείται σαν πολιτιστικό κέντρο, όπου κυρίως το καλοκαίρι δίνονται διάφορες συναυλίες και παραστάσεις.

• Tη Mονή Πεντέλης χτισμένη το 1578. Στα χρόνια της Tουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε σαν  κρυφό σχολειό.

• Tη σπηλιά του λήσταρχου Nταβέλη.

Σούνιο

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

• Το Ναό του Ποσειδώνα, σε ένα γεωλογικό έξαρμα που βρέχεται στις τρεις πλευρές του από τη θάλασσα, ορθώνεται ο αρχαίος ναός που έκτισαν οι Αθηναίοι για να τιμήσουν και να λατρεύσουν τον Ποσειδώνα, τον πανίσχυρο θεό κυρίαρχο της θάλασσας. Κατά την παράδοση, η έριδα της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την πνευματική ηγεμονία της αττικής γης, είχε λήξει με την ήττα του τελευταίου, όταν ο βασιλιάς των Αθηνών επέλεξε την ιερή ελιά από τα θαλάσσια άλογα του Ποσειδώνα. Ωστόσο η Αθήνα ήταν άμεσα εξαρτημένη πάντα από τη θάλασσα. Στην κορυφή λοιπόν του ακρωτηρίου του Σουνίου βρήκε η λατρεία του Ποσειδώνα την κατάλληλη θέση για να εδραιωθεί. 



Tags: Αττική